Αθιβολή





Το ταξίδι της συγγραφής έφτασε στο τέλος του 
και η Αθιβολή φεύγει από εμένα 
ώστε να έρθει σε εσάς.
Τώρα, εμπιστεύομαι τον δικό της δρόμο 
μέσα από την αξία των αναγνωστών, 
ευελπιστώντας να σας χαρίσει όμορφες στιγμές 
και ενδιαφέροντα ερωτήματα. 

Μπορείτε να στέλνετε τις ερωτήσεις
τις σκέψεις σας και ό,τι άλλο κοινό 
μπορούμε να μοιραστούμε
 μέσω της φόρμας επικοινωνίας του παρόντος ιστολογίου.
Ακόμη, μπορείτε
να γίνετε μέλος στην σελίδα στο Facebook

Το βιβλίο διατίθεται ταχυδρομικά.
Για πληροφορίες καλέστε στο 6977 66 3230
ή στείλτε μήνυμα στον προσωπικό λογαριασμό 

Kostas Zografopoulos στο Facebook.


Μετά την περίληψη του οπισθόφυλλου,  
ακολουθούν δύο μικρά αποσπάσματα από 
το πρώτο και δεύτερο κεφάλαιο της Αθιβολής.




Μία είναι η κοινή μοίρα που ενώνει τους τόπους,

εκείνη των ανθρώπων που ζουν και δημιουργούν σε αυτούς.

Κι ένα είναι το κοινό σημείο που ενώνει τις ζωές όλων των ανθρώπων. 
Ο θάνατος που γεννά την ζωή.

Τόποι και άνθρωποι δεμένοι με δεσμά άσπαστα.



1828, Σφακιά Κρήτης.

Λίγο πριν την θρυλική μάχη στο Φραγκοκάστελλο, 
ο Νικήτας και η Αρχοντία σηκώνουν το βάρος του χρέους 
για την απελευθέρωση της ζωής τους.



1887, Δελβινάκι Ηπείρου.

Ο Νικόλας, ο αδερφός του Νικήτα, 
παραμένει με ασίγαστη πίστη 
ο μοναδικός θεματοφύλακας αυτού του χρέους.



2016, Φραγκοκάστελλο Κρήτης.

Ο Ηλίας, κουβαλώντας μέσα του την Ήπειρο και την Κρήτη, 
αναλαμβάνει να ζωντανέψει τις ιστορίες των προγόνων του, 
πολεμώντας σαν αγρίμι ενάντια 
στην προσωπική τραγωδία που λεηλάτησε την ψυχή του. 
Μέσα από την Αθιβολή του Νικόλα, 
το παλιό τετράδιο που ανακαλύπτει 
στο πατρικό σπίτι του στο Δελβινάκι, 
ξεδιπλώνεται ένα παρελθόν το οποίο 
αν και εύκολα η σκέψη το νομίζει πεθαμένο, 
ο ίδιος το μεταμορφώνει σε γόνιμη γη και δροσερό νερό, 
αλλάζοντας ολοκληρωτικά το τοπίο της ζωής του.

Αθιβολή. Αναπόληση συμβάντων παλαιών,
ίσως όμως όχι και τόσο παλαιών.





Κεφάλαιο Πρώτο




ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΙΧΕ ΚΡΥΦΤΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ορίζοντα λίγο πριν τα μεσάνυχτα, σαν να μην ήθελε να αγναντεύει το Φραγκοκάστελλο το ξημέρωμα της 18ης ημέρας του Μάη, μιας άφευκτης αυγής της ιστορίας των Κρητών.

Στο βάθος κατά το πέλαγο, ο αιμόχρωμος πλάνητας Άρης κρατούσε ακόμα την περιέργειά του στον ουράνιο θόλο για να γευθεί τα κορμιά της αντρειοσύνης, όπως κάνει αιώνες τώρα στην ιστορία αυτής της γης. 

Στο κάστρο, οι σιωπηλές μας φιγούρες έστεκαν καρτερικά περιμένοντας το σύνθημα για να ανοίξει η πύλη και να ξεχυθούμε ίσια κατά πάνω στο στρατό του Ναηλή Πασά.

Από τον δυτικό ψηλότερο πύργο, ο Πώλος, ο μικροκαμωμένος ξερακιανός Κυδωνιάτης, μετέφερε στους άλλους την εξέλιξη της επίθεσης των Τούρκων στον προμαχώνα του Αργυροκαστρίτη. Στο πλάτωμα της κεντρικής πύλης, ο Γιαμπούλης με το σπινθηροβόλο βλέμμα και το χαμόγελο του τρελού οραματιστή, έσφιγγε το λερωμένο κοντάρι με το μαραζωμένο φλάμπουρο στην κορφή. Ήξερε πως, από στιγμή σε στιγμή, η φωνή του θα ’ταν η αιτία που τα σπαθιά μας θα κατέβαιναν αποφασιστικά στους ώμους των εχθρών.

Αν και αγράμματος ένιωθε ότι κουβαλούσε τον Έρωτα για ζωή, μαζί με τον καταστροφικό αδερφό του τον Αντέρω.

Όλα ξεκίνησαν από τις τρεις κανονιές που έριξε ο πασάς αναγγέλλοντας την μάχη. Ακολούθησε η μακρινή βοή από τους αλαλαγμούς της επίθεσης των Τούρκων στο ταμπούρωμα του Αργυροκαστρίτη με τους εκατόν είκοσι τρεις άντρες, πέρα από το κάστρο, κατά την πλευρά που δύει ο ήλιος. Τα κοκόρια από τα όπλα του Αργυροκαστρίτη άστραφταν, σπέρνοντας μέσα από το σύννεφο της μπαρούτης φως θανάτου στα σώματα των Τούρκων που ’τρεχαν κατά πάνω τους να πάρουν το οχυρό. Λίγο το λίγο, τα μιλιούνια των επιτιθέμενων πλησίαζαν και τελικά το αντάμωμα του θανάτου άρχισε να γίνεται με σπάθες που ξέσκιζαν βίαια τη ζωή των ανθρώπων. Οι πληροφορίες στο εσωτερικό του κάστρου έφταναν από τον Κυδωνιάτη με μια ψύχραιμη δωρικότητα, για το πώς εξελίσσονταν η επίθεση των Τούρκων, ξεστομίζοντας μονολεκτικές φράσεις κουνώντας τα χέρια του ταυτόχρονα με αυτές.

Εγώ, στοιχημένος με το άλογό μου δίπλα στην πόρτα με τους άλλους, κοίταγα δυο θέσεις πιο πέρα τον μεγαλύτερο αδελφό μου.

Καβαλάρης κι αυτός, κρατούσε στα χέρια του ένα κεντητό λερωμένο μαντήλι, που όλο το ’φερνε στα χείλη και την μύτη του για να το αγγίξει και να το μυρίσει. Ήταν κάτι σαν υπόσχεση για τον Νικήτα αυτές οι αισθήσεις απ’ το μαντήλι, στην καρδιά, στα μπράτσα και τα πόδια του, για να αντέξουν και να χτυπήσουν με την μεγαλύτερη δύναμη ό,τι ήταν εχθρικό απέναντί τους. Ήταν μια υπόσχεση απέναντι στο άρωμα που ηδόνιζε την επιθυμία του για άξια νίκη ή για άξιο θάνατο.

Ο Κωνσταντίνος Παλάσκας είχε δεξιά του τον Χατζημιχάλη και πιο πίσω ο Αυγέρης κοιτούσε μια τον καπετάνιο και μια τον Νικήτα. Ο Αυγέρης πλησίασε αργά με το άλογο τον Νικήτα, το βλέμμα του οποίου είχε ήδη μπει στον αχό της μάχης. Τον ακούμπησε στον ώμο με την παλάμη του σφίγγοντάς τον φιλικά, έμπιστα, περνώντας του τη σκέψη ‘είμαι μαζί σου’. Η απάντηση του Νικήτα σ’ αυτή την αντρίκεια χειρονομία ήταν ένα αποφασιστικό νεύμα. Στη συνέχεια, κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στην πύλη σκεφτόμενος την μάχη που σε λίγο θα τον δεχόταν μέσα της.

Ο Γιαμπούλης, ξεπεζεμένος από το μελανόστικτο άτι  του, είχε τα μάτια στραμμένα στον έφιππο Νταλιάνη και το συγκεντρωμένο γύρω του τσούρμο των υπασπιστών.

Ο Νταλιάνης τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου του και εκείνο έκανε λίγο πίσω, για να το οδηγήσει στη συνέχεια εμπρός παίρνοντας θέση δίπλα στον Νικήτα, κίνηση τιμής στον συναγωνιστή του.

Αλληλοκοιτάχτηκαν. Η καρδιά του Νικήτα ήταν έτοιμη να κλάψει, μα απ’ την άλλη, ο φόβος μέσα της είχε γίνει ατσάλινη αντρειά και κοφτερό χαροδρέπανο έτοιμο να θερίσει.

Ο Νταλιάνης είδε στο βλέμμα του να λάμπει η αποδοχή και με το ίδιο κοίταγμα τού ανταπέδωσε την αδελφοποιητή εμπιστοσύνη. Τα άλογα φρούμαζαν κάνοντας μικρές νευρικές κινήσεις λες και ήξεραν πως κάθε δευτερόλεπτο ήταν σημαντικό σε αυτή την έξοδο, γιατί θα καθυστερούσε την ανασύνταξη του Αλβανού Μουσταφά Πασά Ναηλή και θα έσωζαν τον Αργυροκαστρίτη με τα παλικάρια του από την πρώτη δύσκολη επίθεση των εχθρών. Οι καβαλάρηδες ήθελαν να λιανίσουν το ηθικό των Τούρκων, αφού αριθμητικά δεν είχαν τη δύναμη μαζί τους. Δεν ήταν πρώτη φορά που η ψυχή θα νικούσε το φοβισμένο βλέμμα των αντιπάλων.

Ο φόβος κάνει τον άνθρωπο πολεμιστή, αλλά βαθιά μέσα στην καρδιά του κάθε άνθρωπος θέλει αντί γι’ Αυτόν, την γιορτή και το ραχάτι. Έτσι και οι πολεμιστάδες του Ναηλή, πίσω από τη σιγουριά της εξουσίας του Πασά, φλέρταραν με την ιδέα να ζήσουν για να απολαύσουν τα καλά που έρχονται. Σαν όμως θα αντίκριζαν το αλλόκοτο βλέμμα των πολεμιστών του κάστρου, μαζί με αυτό των παλικαριών του Αργυροκαστρίτη που ήδη πολεμούσαν, θα έφταναν στα όρια του τρόμου αφού το πλησίασμα του τέλους της ζωής φοβίζει κάθε άνθρωπο.

Από την άλλη, αν ο φόβος κάνει τον άνθρωπο πολεμιστή για να κερδίσει την ζωή, η αίσθηση του δίκιου τον κάνει θεριό ανήμερο κι όσο μικρό μπόι και να χει, ξεσκίζει με το βλέμμα του τον αντίπαλο. Αυτό το βλέμμα είχαμε όλοι μας μέσα στο κάστρο κι ας μοιάζαμε ασάλευτοι, περιμένοντας το σύνθημα μέσα στη δροσιά της άγουρης αυγής, ακίνητοι πίσω από την αμπαρωμένη πύλη.






Κεφάλαιο Δεύτερο





31 Μαΐου 2016  Φραγκοκάστελλο

ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΗΡΕΜΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΝΟΙΑ Σφακιανό πέλαγο, καθώς λιγόστευε το απογευματινό φως του ήλιου, ανακατεύονταν οι μυρωδιές της Λιβύης με αυτές των Μαδάρων, φτιάχνοντας ένα υγρό άρωμα για το οποίο δεν βρέθηκε κι ούτε θα βρεθεί ποτέ όνομα ταιριαστό στον κόσμο.

Ως εδώ, τον είχε οδηγήσει μια επιθυμία που του υπαγόρευε να βρεθεί ακριβώς αυτήν την ημέρα, σε αυτήν ακριβώς εδώ την παραλία και να αφήσει ανοιχτή την καρδιά του να γευτεί ξανά μια ιστορία που μπορεί να μην του ανήκε, ήταν όμως ολότελα δική του.

Άφησε να κυλήσει ήρεμα το τζιπ στο πλάτωμα μπροστά από το κάστρο στο σμίξιμο των τριών δρόμων που κατέληγαν σ’ αυτό. Βάλθηκε να κοιτά τις χρυσοκόκκινες πέτρινες πλευρές του, καμαρωτές καθώς έστεκαν μπροστά στο λιόγερμα του πελάγου.

Είχε ξεκινήσει απ’ τα Χανιά το πρωί. Κατά την περιδιάβασή του με το αμάξι έκανε συχνές στάσεις παρατηρώντας όλες τις πλαγιές και τις κορφές που συναντούσε στο δρόμο. Σταματούσε και κατέβαινε από το αυτοκίνητο για να μυρίσει και να αφουγκραστεί τον τόπο. Δεν είχε τελειωμό αυτό το ταξίδι, λες και ήθελε να ιχνηλατήσει κάθε σημείο των τοπίων πεζός, πέρα από την άσφαλτο του δρόμου. Έψαχνε τρόπους για να νιώσουν οι αισθήσεις του μιαν άλλη εποχή έξω από την δική του. Ζητούσε να αισθανθεί αργά τη ζωή δίπλα του, επιλέγοντας μια συνειδητή πορεία προς το γνώριμο σε αυτόν Φραγκοκάστελλο του παρελθόντος.

Προχωρημένο απόγευμα πλέον, έκανε την τελευταία του στάση περνώντας από το χωριό Καψοδάσος. Τέντωνε το λαιμό του καθώς οδηγούσε αργά, προσπαθώντας να αγναντέψει στο βάθος του τοπίου το κάστρο.

Βρήκε ένα πλάτωμα του δρόμου μπροστά σε μια ταβέρνα κι αφού σταμάτησε πρόχειρα το αυτοκίνητο, κοίταξε απέναντι από τον δρόμο την ασβεστωμένη μάντρα ενός ξωκλησιού. Εντύπωση του έκανε ο κορμός του δέντρου που πρόβαλε με πείσμα από την ξερολιθιά της απόκρημνης μάντρας. Από το μυαλό του πέρασε η σκέψη πως όλα τα αρχιτεκτονήματα του πολιτισμού μας είναι εφήμερα και υποτελή μπροστά στη φύση.

Ο πραγματικός όμως λόγος που σταμάτησε σε αυτό το σημείο ήταν ο ίδιος του ο εαυτός, που τον έκανε να θέλει να νιώσει με τις αισθήσεις του κάθε σημείο της διαδρομής σε αυτό το ταξίδι.

Ο Ηλίας γνώριζε ότι τέτοια ξωκλήσια έχουν παλαιότητα και παρατηρώντας με το έμπειρο επαγγελματικό του βλέμμα την μάντρα, διαπίστωσε την στρωματογραφία της κατασκευής της, από τον βράχο μέχρι τους τελευταίους πρόχειρους τσιμεντόλιθους που ήταν τοποθετημένοι από τους σύγχρονους κατοίκους της περιοχής.

Με γρήγορες δρασκελιές, πέρασε το δρόμο και ανέβηκε το μικρό δρομάκι μέχρι την ρίζα του κατάλευκου εκκλησιαστικού περιτοιχίσματος. Στηρίχθηκε στη βάση του βράχου και σκαρφαλώνοντας όσο μπορούσε, ψηλάφισε τον τοίχο.

Βάλθηκε να κοιτά στο βάθος, ψάχνοντας προς τον ορίζοντα της θάλασσας το κάστρο. Ήθελε να δει και να ακουμπήσει ό,τι φανταζόταν πως ανήκε στις εμπειρίες του Νικόλα, με τον οποίο είχαν γνωριστεί με έναν αρκετά περίεργο τρόπο. Ο Νικόλας είχε ζήσει πολλά χρόνια πριν σ’ ετούτα τα μέρη και ο Ηλίας, έχοντας μάθει τη ζωή του λεπτομερώς τον τελευταίο καιρό, γνώριζε πως άλλη επιλογή δεν είχε, από το να έρθει εδώ και να αισθανθεί τα μέρη που γεννήθηκε ο πρόγονός του.

Μύρισε τις καλοκαιρινές ανάσες των φυτών γύρω του αφήνοντας το βλέμμα του να περιδιαβεί το τοπίο. Η καλοσυνάτη ματιά του ηλικιωμένου περαστικού τριάντα μέτρα πιο πέρα στην κατηφοριά συναντήθηκε με την δική του.

«Ίντα ψάχνεις κουμπάρε;» του απευθύνθηκε με ευγένεια ο άγνωστος.

Ο Ηλίας που καμάρωνε σαν έλεγε πως κατάγεται από την Ήπειρο, διέθετε την ίδια ρίζα αρχοντιάς με τον γέροντα. Κουβαλούσαν και οι δύο τον Ξένιο Δία μέσα τους, γιατί είχαν πιει νερό από τις βουνοκορφές που εκείνος περπάτησε. Όλες οι κορφές, δεμένες από κορμιά προγόνων σαν αλυσίδα. Από την Πίνδο, τον Ταΰγετο, την Όχη και το Σάως, έως και τις Μαδάρες που έστεκαν πίσω του, οι χαλκάδες ήσαν γερά δεμένοι με την ιστορία.

 «Το Φραγκοκάστελλο ψάχνω, ίσα εδώ κάτω είναι;»

Ακολούθησαν σύντομες κουβέντες μεταξύ τους, δυναμώνοντας την ικανοποίηση του γέροντα σαν πρόσφερε στον ξένο τη γνώση του. Αλλά και ο Ηλίας χάρηκε, γιατί μέσα από την ντοπιολαλιά που άκουγε, ένιωθε πως ερχόταν πιο κοντά στον Νικόλα.

Τα επόμενα χιλιόμετρα τον οδήγησαν στον κάμπο της περιοχής. Κυλούσαν αργά οι ρόδες του αυτοκινήτου, σε μια πεδιάδα καμωμένη από την αιώνια φθορά του σώματος των πανύψηλων Λευκών Ορέων της Κρήτης. Γη από χούμο αιώνων έφτιαχνε τον γόνιμο κάμπο που απλώνονταν από την ρίζα των Μαδάρων ίσαμε την αρχέγονη θάλασσα. Μια θάλασσα που γέννησε και ανάθρεψε το βλέμμα και τη λαλιά των πανάρχαιων κατοίκων του τοπίου.

Στο τέλος της διαδρομής, εκατό μέτρα πριν το κάστρο, πέρασε από ένα εξοχικό εστιατόριο της περιοχής και πλησίασε το χώρο παρκαρίσματος έξω από αυτό. Προτίμησε όμως να συνεχίσει ανατολικά την οδήγηση, προσπερνώντας το, αποφεύγοντας να σταθμεύσει στον τουριστικό χώρο. Σε αυτό το ταξίδι του ο Ηλίας ήθελε να ακουμπήσει τα πόδια του σε γη πλασμένη απ’ το χρόνο, να περπατήσει σε πέτρες που δεν εξευγενίστηκαν από εργολαβικές εργασίες.

Λίγα μέτρα πιο πέρα είδε τους τραχείς άγριους βράχους να μπλέκονται με την άμμο και να κρύβονται όλοι τους σαν πέτρινη γλώσσα μέσα στη ρηχή θάλασσα. Ήταν ένα τοπίο που κρατούσε στην εικόνα του την απαλότητα μαζί με την αγριάδα. Έβλεπε την ιστορία της αιώνιας πέτρας να απλώνεται μπροστά του, φθαρμένη από την αντίσταση στο αιώνιο πάλεμα με τα κύματα.

Ακινητοποίησε το αυτοκίνητο και κοίταξε τον τόπο.






Copyright © 2016 για την Ελλάδα και για όλο τον κόσμο: Κώστας Ζωγραφόπουλος
ISBN: 978-960-93-8761-3